ασπρίζω
Ορισμοί
-
κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό transitive
-
αποκτώ άσπρο χρώμα intransitive
-
τα μαλλιά μου γίνονται άσπρα intransitive
-
ασβεστώνω transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ασπρίζω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η μεγαλόσωμη αρχόντισσα είχε ασπρίσει σε λίγα εικοσιτετράωρα, όταν έμαθε για ποιο λόγο δεν είχε γυρίσει απ’ την εκδρομή του ο μοναχογιός της. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free