Meaning of ασπρίζω | Babel Free
/aˈspɾi.zo/Ορισμοί
-
κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό transitive
-
αποκτώ άσπρο χρώμα intransitive
-
τα μαλλιά μου γίνονται άσπρα intransitive
-
ασβεστώνω transitive
Παραδείγματα
“※ Η μεγαλόσωμη αρχόντισσα είχε ασπρίσει σε λίγα εικοσιτετράωρα, όταν έμαθε για ποιο λόγο δεν είχε γυρίσει απ’ την εκδρομή του ο μοναχογιός της. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.