HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ασπρίζω — definition

Conjugation of ασπρίζω

Regular CEFR B1
aˈspɾi.zo

κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασπρίζω
εσύ ασπρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ασπρίζει
εμείς ασπρίζουμε
εσείς ασπρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπρίζουν
Παρατατικός
εγώ άσπριζα
εσύ άσπριζες
αυτός / αυτή / αυτό άσπριζε
εμείς ασπρίζαμε
εσείς ασπρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άσπριζαν
Αόριστος
εγώ άσπρισα
εσύ άσπρισες
αυτός / αυτή / αυτό άσπρισε
εμείς ασπρίσαμε
εσείς ασπρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άσπρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασπρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασπρίσω
εσύ ασπρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ασπρίσει
εμείς ασπρίσουμε
εσείς ασπρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άσπριζε
εσείς ασπρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άσπρισε
εσείς ασπρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ασπρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασπρίζομαι
εσύ ασπρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ασπρίζεται
εμείς ασπριζόμαστε
εσείς ασπρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπρίζονται
Παρατατικός
εγώ ασπριζόμουν
εσύ ασπριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ασπριζόταν
εμείς ασπριζόμασταν
εσείς ασπριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ασπρίζονταν
Αόριστος
εγώ ασπρίστηκα
εσύ ασπρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ασπρίστηκε
εμείς ασπριστήκαμε
εσείς ασπριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασπριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασπριστώ
εσύ ασπριστείς
αυτός / αυτή / αυτό ασπριστεί
εμείς ασπριστούμε
εσείς ασπριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασπρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ασπρίσου
εσείς ασπριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ασπριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary