HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ασκός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
aˈskos

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα
  2. είδος δοχείου ή σακιού από δέρμα ζώου για αποθήκευση και μεταφορά υγρών (νερό, κρασί κ.λπ.)
  3. ό,τι περιέχει ένας ασκός
    broadly
  4. θύλακας που μοιάζει με ασκό

Ισοδύναμα

31 more languages
العربيةزقنفجة
Azərbaycan dilituluq
Българскимях
Catalàbotodre
Ελληνικάαιγόδερμα
فارسیخیک
हिन्दीथैली
Հայերենտիկ
Íslenskavínbelgur
Italianootresacca
ქართულიტიკი
Lietuviųožena
Македонскишевро
Nederlandswijnzak
Polskibukłak
PortuguêsborrachaodreSAC
Românăburduf
Svenskalägel
Türkçekese
Українськабурдюк

Παραδείγματα

“Ο Αίολος έκλεισε μέσα σ’ ένα ασκό όλους τους ανέμους και τον έδωσε στον Οδυσσέα.”

Aeolus bound all the winds in a bag and gave it to Odysseus.

“υπώνυμα: δακρυϊκός ασκός, δερματικός ασκός, εντερικός ασκός”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ασκός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free