Meaning of απόσταξη | Babel Free
/aˈpo.sta.ksi/Ορισμοί
η διαδικασία διαχωρισμού ενός συστατικού από κάποιο μείγμα, η οποία χρησιμοποιεί το βρασμό και στηρίζεται στη διαφορετική θερμοκρασία υγροποίησης των συστατικών του μείγματος
Ισοδύναμα
English
Distillation
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.