απόσταξη
Ορισμοί
η διαδικασία διαχωρισμού ενός συστατικού από κάποιο μείγμα, η οποία χρησιμοποιεί το βρασμό και στηρίζεται στη διαφορετική θερμοκρασία υγροποίησης των συστατικών του μείγματος
Ισοδύναμα
21 more languages
العربيةتقطير
Ελληνικάαπόσταγμα
עבריתזיקוק
日本語蒸留
한국어증류
Kurdîbrand
Românădistilare
Русскийвинокурение
Svenskadestillation
Tiếng Việtchưng cất
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free