Meaning of απόμακρος | Babel Free
/aˈpo.ma.kɾos/Ορισμοί
- που είναι, βρίσκεται ή (προ)έρχεται (από) μακριά
-
συναισθηματικά απομακρυσμένος, ψυχρός, αδιάφορος ή χωρίς αισθήματα figuratively
Ισοδύναμα
English
distant
Παραδείγματα
“※ Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)”
“※ Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.