Σημασία του αποχή | Babel Free
aˈpo.çiΟρισμοί
- η διαδικασία ή η ενέργεια του απέχω
- το να απέχει κάποιος από κάποια διαδικασία, ιδίως ψηφοφορία, να μη συμμετέχει σ’ αυτή
- εργαλείο αποτελούμενο από ένα κοντάρι το οποίο έχει στην άκρη μία στεφάνη με δίχτυ και χρησιμεύει για να πιάνουμε έντομα ή ψάρια
- η αποφυγή κάποιων πραγμάτων ή επιθυμιών
- Η γωνιακή απόσταση ενός πλανήτη από τον Ήλιο, με τη Γη ως σημείο αναφοράς
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η αποχή από την ψηφοφορία ήταν μεγάλη φέτος.”
The abstention from voting was high this year.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free