HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποχή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/aˈpo.çi/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή η ενέργεια του απέχω
  2. το να απέχει κάποιος από κάποια διαδικασία, ιδίως ψηφοφορία, να μη συμμετέχει σ’ αυτή
  3. εργαλείο αποτελούμενο από ένα κοντάρι το οποίο έχει στην άκρη μία στεφάνη με δίχτυ και χρησιμεύει για να πιάνουμε έντομα ή ψάρια
  4. η αποφυγή κάποιων πραγμάτων ή επιθυμιών
  5. Η γωνιακή απόσταση ενός πλανήτη από τον Ήλιο, με τη Γη ως σημείο αναφοράς

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποχή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course