Meaning of απορροφώ | Babel Free
/a.po.ɾoˈfo/Ορισμοί
- ρουφώ
- αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία υγρή ή αέρια ουσία
- μειώνω ή εξαλείφω την ένταση ενός φαινομένου
-
συγχωνεύω figuratively
-
ενσωματώνω, αφομοιώνω figuratively
-
καταναλώνω figuratively
-
προσλαμβάνω εργατικό δυναμικό figuratively
-
κάνω κάποιον να αφοσιωθεί σε κάτι ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα figuratively
- ελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα
Παραδείγματα
“το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα”
“η μπογιά απορροφήθηκε από τον τοίχο”
“ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια”
“τα δάνεια απορροφήθηκαν από τις τράπεζες αντί να καλύψουν κοινωνικές ανάγκες”
“※ Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)”
“με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!”
“απορροφήθηκα με το διάβασμα-στο διάβασμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.