Conjugation of απορροφώ
a.po.ɾoˈfoελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απορροφώ - απορροφάω |
| εσύ | απορροφάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορροφά - απορροφάει |
| εμείς | απορροφούμε |
| εσείς | απορροφάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορροφούν - απορροφάνε |
Παρατατικός
| εγώ | απορροφούσα |
| εσύ | απορροφούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορροφούσε |
| εμείς | απορροφούσαμε |
| εσείς | απορροφούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορροφούσαν |
Αόριστος
| εγώ | απορρόφησα |
| εσύ | απορρόφησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορρόφησε |
| εμείς | απορροφήσαμε |
| εσείς | απορροφήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορρόφησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απορροφήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απορροφήσω |
| εσύ | απορροφήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορροφήσει |
| εμείς | απορροφήσουμε |
| εσείς | απορροφήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορροφήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απορροφάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απορρόφησε |
| εσείς | απορροφήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απορροφήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απορροφώμαι - απορροφιέμαι |
| εσύ | απορροφάσαι - απορροφιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορροφάται - απορροφιέται |
| εμείς | απορροφόμαστε |
| εσείς | απορροφάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορροφώνται - απορροφιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | —² - απορροφιόμουν |
| εσύ | — - απορροφιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | {απορροφάτο} - απορροφιόταν |
| εμείς | — - απορροφιόμασταν |
| εσείς | — - απορροφιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | {απορροφώντο} - απορροφιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | απορροφήθηκα |
| εσύ | απορροφήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορροφήθηκε |
| εμείς | απορροφηθήκαμε |
| εσείς | απορροφηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορροφήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απορροφηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απορροφηθώ |
| εσύ | απορροφηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απορροφηθεί |
| εμείς | απορροφηθούμε |
| εσείς | απορροφηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απορροφηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απορροφάστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απορροφήσου |
| εσείς | απορροφηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απορροφηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.