Meaning of απορρυθμίζω | Babel Free
Ορισμοί
- κάνω κάτι να δυσλειτουργεί, αποδιοργανώνω, αναστατώνω
- καταργώ νομοθεσία για μείωση της γραφειοκρατίας
Παραδείγματα
“Τα πλαστικά απορρυθμίζουν το ορμονικό σύστημα.”
“Αντιλαϊκό κι αντεργατικό το νομοσχέδιο για τα εργασιακά, απορρυθμίζει την αγορά της εργασίας.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.