αξίνα
Ορισμοί
το σκαπτικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλικό εξάρτημα, που έχει δύο άκρες, μία μυτερή και μια πλατιά
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Πήρε την αξίνα και άρχισε να σκάβει το χώμα.”
He took the pickaxe and started digging the soil.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free