αντίβαρο
Ορισμοί
- βαρύ αντικείμενο από μέταλλο, τσιμέντο ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται σε μοχλικούς μηχανισμούς, ώστε να μειωθεί η δύναμη που απαιτείται, προκειμένου να σηκωθεί ή να μετακινηθεί
- μεταλλικό αντικείμενο γνωστού και συγκεκριμένου βάρους που τοποθετείται σε μια ζυγαριά, προκειμένου να ζυγίσουμε κάτι που δεν γνωρίζουμε το βάρος του
-
κάτι που επιφέρει ισορροπία σε σχέσεις ή καταστάσεις figuratively
Ισοδύναμα
28 more languages
Azərbaycan diliəks-çəki
Българскибалансирам
Catalàcontrapès
Galegocontrapeso
ગુજરાતીધડો
Bahasa Indonesiatolok
Македонскипротивтежа
Türkçeabra
Українськапротивага
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free