αναρχία
Ορισμοί
- η ανυπαρξία αρχής, εξουσίας
- η αταξία, το χάος, ως αποτέλεσμα της απουσίας της κρατικής παρέμβασης ή γενικότερα της έλλειψης ρυθμιστικών κανόνων
- η πολιτική ιδεολογία του αναρχισμού που πρεσβεύει την αυτοοργάνωση, την αυτοδιαχείριση, με αποτέλεσμα την απουσία της κρατικής παρέμβασης και τη δημιουργία ρυθμιστικών κανόνων από τον ίδιο τον λαό
Ισοδύναμα
23 more languages
العربيةعَدَم وُجُود قَوَانِين
Azərbaycan diliözbaşınalıq
Българскибеззаконие
Češtinabezpráví
Suomilaittomuus
Gaeilgeaindlí
日本語無法
한국어무법
Nederlandswetteloosheid
Portuguêsanarquia
Svenskalaglöshet
Türkçeanarşi
Παραδείγματα
“κεντρικός πυλώνας της οντολογίας του ρεαλισμού είναι η κοσμοαντίληψη πως οι διεθνείς σχέσεις διαμορφώνονται σε ένα σύστημα διεθνούς αναρχίας”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free