αναβάθμιση
Ορισμοί
- η βελτίωση κάποιου χαρακτηριστικού ή προσθήκη κάποιου νέου
- η αναβαθμίδωση, η δημιουργία αναβαθμίδων
- upgrade: η σημαντική βελτίωση, υλικού (hardware) και λογισμικού (software)
- η αντικατάσταση λογισμικού με νεώτερη έκδοση ή με άλλο πιο βελτιωμένο ή η προσθήκη λειτουργικότητας που αγοράζεται ξεχωριστά
- η επέκταση του συστήματος με βελτίωση των πόρων του (μνήμη, επεξεργαστές, περιφεριακά, κλπ.) ή η πλήρης αντικατάστασή του με ένα μεγαλύτερο
Ισοδύναμα
16 more languages
DeutschabstützenauflevelnaufrüstenAufrüstungaufstufenAufwertungheraufstufenhochstufenhöherstufennachführenUpgradeupgraden
עבריתשידרג
Bahasa Indonesiatatar
한국어레벨업하다
Nederlandsopwaarderen
Русскийапгрейд
Svenskauppgradera
Παραδείγματα
“σημείωση: διαφέρει από την απλή ενημέρωση (update)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free