Meaning of ανάκαμψη | Babel Free
Ορισμοί
- πολυτονική γραφή του ανάκαμψη
- η κάμψη, η στροφή ή η αναστροφή προς τα πάνω ή προς τα πίσω
-
μετάβαση σε μία καλύτερη κατάσταση ύστερα από προηγούμενη πτώση ή κάμψη broadly
-
γυμναστικό παράγγελμα για να ανασηκωθούν τα χέρια και να λυγίσουν ώστε να έρθουν οι παλάμες (με πλεγμένα τα δάχτυλα των δύο χεριών) στον αυχένα especially
Ισοδύναμα
English
recovery
Παραδείγματα
“※ Η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασική προϋπόθεση για την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και άρα και για την πολυπόθητη ανάκαμψη. (εφημερδία Το Βήμα, 31/8/2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.