HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανάκαρα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. δύναμη, σωματική και ψυχική αντοχή, κουράγιο
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκαρο
    accusative, nominative, plural, vocative

Παραδείγματα

“Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας ξερακιανός χωριάτης κρα­τούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνει, ανάκαρα δεν έχει να κινηθεί. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Σμυρνιά)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανάκαρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course