Meaning of ανάκαρα | Babel Free
Ορισμοί
- δύναμη, σωματική και ψυχική αντοχή, κουράγιο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκαρο accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας ξερακιανός χωριάτης κρατούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνει, ανάκαρα δεν έχει να κινηθεί. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Σμυρνιά)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.