Meaning of αμείβω | Babel Free
/aˈmi.vo/Ορισμοί
- δίνω σε κάποιον χρήματα για εργασία που μου πρόσφερε, πληρώνω
- προσφέρω σε κάποιον υλική ή/και ηθική ανταμοιβή για την προσφορά του σε κάποιον τομέα
Ισοδύναμα
English
reward
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.