Meaning of αμειφθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμείβομαι
- θα αμειφθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αμείβομαι
- να αμειφθεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.