HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αμείβω — definition

Conjugation of αμείβω

Regular CEFR B1
aˈmi.vo

προσφέρω σε κάποιον υλική ή/και ηθική ανταμοιβή για την προσφορά του σε κάποιον τομέα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμείβω
εσύ αμείβεις
αυτός / αυτή / αυτό αμείβει
εμείς αμείβουμε
εσείς αμείβετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμείβουν
Παρατατικός
εγώ άμειβα
εσύ άμειβες
αυτός / αυτή / αυτό άμειβε
εμείς αμείβαμε
εσείς αμείβατε
αυτοί / αυτές / αυτά άμειβαν
Αόριστος
εγώ άμειψα
εσύ άμειψες
αυτός / αυτή / αυτό άμειψε
εμείς αμείψαμε
εσείς αμείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά άμειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμείψω
εσύ αμείψεις
αυτός / αυτή / αυτό αμείψει
εμείς αμείψουμε
εσείς αμείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αμείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άμειβε
εσείς αμείβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άμειψε
εσείς αμείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αμείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αμείβομαι
εσύ αμείβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αμείβεται
εμείς αμειβόμαστε
εσείς αμείβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αμείβονται
Παρατατικός
εγώ αμειβόμουν
εσύ αμειβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αμειβόταν
εμείς αμειβόμασταν
εσείς αμειβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αμείβονταν
Αόριστος
εγώ αμείφτηκα
εσύ αμείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αμείφτηκε
εμείς αμειφτήκαμε
εσείς αμειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αμείφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμειφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αμειφτώ
εσύ αμειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό αμειφτεί
εμείς αμειφτούμε
εσείς αμειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αμειφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αμείβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αμείψου
εσείς αμειφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αμειφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary