Conjugation of αμείβω
aˈmi.voπροσφέρω σε κάποιον υλική ή/και ηθική ανταμοιβή για την προσφορά του σε κάποιον τομέα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αμείβω |
| εσύ | αμείβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμείβει |
| εμείς | αμείβουμε |
| εσείς | αμείβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμείβουν |
Παρατατικός
| εγώ | άμειβα |
| εσύ | άμειβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άμειβε |
| εμείς | αμείβαμε |
| εσείς | αμείβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άμειβαν |
Αόριστος
| εγώ | άμειψα |
| εσύ | άμειψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άμειψε |
| εμείς | αμείψαμε |
| εσείς | αμείψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άμειψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αμείψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αμείψω |
| εσύ | αμείψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμείψει |
| εμείς | αμείψουμε |
| εσείς | αμείψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμείψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άμειβε |
| εσείς | αμείβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άμειψε |
| εσείς | αμείψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αμείψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αμείβομαι |
| εσύ | αμείβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμείβεται |
| εμείς | αμειβόμαστε |
| εσείς | αμείβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμείβονται |
Παρατατικός
| εγώ | αμειβόμουν |
| εσύ | αμειβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμειβόταν |
| εμείς | αμειβόμασταν |
| εσείς | αμειβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμείβονταν |
Αόριστος
| εγώ | αμείφτηκα |
| εσύ | αμείφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμείφτηκε |
| εμείς | αμειφτήκαμε |
| εσείς | αμειφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμείφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αμειφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αμειφτώ |
| εσύ | αμειφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αμειφτεί |
| εμείς | αμειφτούμε |
| εσείς | αμειφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αμειφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αμείβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αμείψου |
| εσείς | αμειφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αμειφτεί |