Meaning of αλάνης | Babel Free
/aˈla.nis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αντισυμβατικός και αμέριμνος άνθρωπος που τριγυρίζει στους δρόμους
- άνθρωπος της παρανομίας, του υποκόσμου
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.