Meaning of ακμαίος | Babel Free
/akˈme.os/Ορισμοί
- που βρίσκεται στην ακμή του, που ακμάζει
- δυνατός, ισχυρός, με σωματικές και πνευματικές δυνάμεις
Ισοδύναμα
English
healthy
Παραδείγματα
“ένας ακμαίος πολιτισμός”
“παρά τα χρόνια του παραμένει ακόμα ακμαίος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.