Meaning of αγυιά | Babel Free
/a.ʝiˈa/Ορισμοί
στενός δρόμος, δρομάκι, σοκάκι
Katharevousa
Παραδείγματα
“informal, standard synonym: σοκάκι n (sokáki).”
“Near-synonyms: δρόμος m (drómos), οδός f (odós, “street”)”
“ανά τας οδούς και τας αγυιάς”
everywhere, up every byroad
“※ Έβρεχε ραγδαίως και η πνευστιώσα λάμψις των φανών του φωταερίου αντενακλάτο θαμβή επί των καθύγρων και ολισθηρών πλακών της λιθοστρώτου μικράς αγυιάς. (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.