Σημασία του πάροδος | Babel Free
ˈpa.ɾo.ðosΟρισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
- η κάθε μία από τις πλάγιες εισόδους του αρχαίου θεάτρου από τις οποίες έμπαινε ο χορός στη σκηνή.
- το λυρικό τμήμα του αρχαίου θεατρικού έργου που τραγουδούσε ο χορός κατά την είσοδό του
- το πέρασμα κάποιου χρονικού διαστήματος, η παρέλευση κάποιου χρόνου.
Ισοδύναμα
العربية
ترهة
Español
carretera secundaria
Gàidhlig
frith-rathad
Magyar
mellékutca
Bahasa Indonesia
jalan tikus
Nederlands
dwarsstraat
Polski
manowce
Παραδείγματα
“με την πάροδο του χρόνου”
with the passage of time, with the passing of time
“με την πάροδο των ετών”
with the passing of the years
“από την δεξιά πάροδο του θεάτρου έμπαιναν πάντοτε αυτοί που ερχόντουσαν(στο έργο) από την πόλη ή το λιμάνι, ενώ από την αριστερή αυτοί που ερχόντουσαν από την ύπαιθρο.”
“με την πάροδο του χρόνου χτίστηκαν σχολεία.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free