Meaning of πάροδος | Babel Free
/ˈpa.ɾo.ðos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
- η κάθε μία από τις πλάγιες εισόδους του αρχαίου θεάτρου από τις οποίες έμπαινε ο χορός στη σκηνή.
- το λυρικό τμήμα του αρχαίου θεατρικού έργου που τραγουδούσε ο χορός κατά την είσοδό του
- το πέρασμα κάποιου χρονικού διαστήματος, η παρέλευση κάποιου χρόνου.
Παραδείγματα
“με την πάροδο του χρόνου”
with the passage of time, with the passing of time
“με την πάροδο των ετών”
with the passing of the years
“από την δεξιά πάροδο του θεάτρου έμπαιναν πάντοτε αυτοί που ερχόντουσαν(στο έργο) από την πόλη ή το λιμάνι, ενώ από την αριστερή αυτοί που ερχόντουσαν από την ύπαιθρο.”
“με την πάροδο του χρόνου χτίστηκαν σχολεία.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.