Meaning of αγαντάρω | Babel Free
/a.ɣanˈda.ɾo/Ορισμοί
- πιάσε, δέσε, στήριξε!
- πιάνομαι, συγκρατούμαι από κάποιο σταθερό σημείο
-
τράβα κουπί, κωπηλάτησε! figuratively
- υπομένω, αντέχω, βαστάζω
Παραδείγματα
“αγάντα το παλαμάρι!”
“αγάντα και φτάσαμε!”
“δεν αγαντάρω πια τα βάσανα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.