HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγαντάρω — definition

Conjugation of αγαντάρω

Regular CEFR B2
a.ɣanˈda.ɾo

πιάνομαι, συγκρατούμαι από κάποιο σταθερό σημείο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγαντάρω
εσύ αγαντάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αγαντάρει
εμείς αγαντάρουμε
εσείς αγαντάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγαντάρουν
Παρατατικός
εγώ αγάνταρα
εσύ αγάνταρες
αυτός / αυτή / αυτό αγάνταρε
εμείς αγαντάραμε
εσείς αγαντάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγάνταραν
Αόριστος
εγώ αγάνταρα
εσύ αγάνταρες
αυτός / αυτή / αυτό αγάνταρε
εμείς αγαντάραμε
εσείς αγαντάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγάνταραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγαντάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγαντάρω
εσύ αγαντάρεις
αυτός / αυτή / αυτό αγαντάρει
εμείς αγαντάρουμε
εσείς αγαντάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγαντάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αγάνταρε
εσείς αγαντάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγάνταρε
εσείς αγαντάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
αγαντάρει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary