Conjugation of αγαντάρω
a.ɣanˈda.ɾoπιάνομαι, συγκρατούμαι από κάποιο σταθερό σημείο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγαντάρω |
| εσύ | αγαντάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγαντάρει |
| εμείς | αγαντάρουμε |
| εσείς | αγαντάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγαντάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | αγάνταρα |
| εσύ | αγάνταρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγάνταρε |
| εμείς | αγαντάραμε |
| εσείς | αγαντάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγάνταραν |
Αόριστος
| εγώ | αγάνταρα |
| εσύ | αγάνταρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγάνταρε |
| εμείς | αγαντάραμε |
| εσείς | αγαντάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγάνταραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγαντάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγαντάρω |
| εσύ | αγαντάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγαντάρει |
| εμείς | αγαντάρουμε |
| εσείς | αγαντάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγαντάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αγάνταρε |
| εσείς | αγαντάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγάνταρε |
| εσείς | αγαντάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγαντάρει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.