Meaning of αγίασμα | Babel Free
/aˈʝi.a.zma/Ορισμοί
- η ενέργεια του αγιάζω
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- το αγιασμένο νερό, ο αγιασμός
- η πηγή από την οποία ρέει νερό που θεωρείται ιερό
Ισοδύναμα
English
holy water
Παραδείγματα
“※ Στο βάθος της σπηλιάς υπάρχει φυσική δεξαμενή όπου συγκεντρώνεται τρεχούμενο νερό, το οποίο οι προσκυνητές πίνουν ως αγίασμα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.