HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγιασμός | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/a.ʝaˈzmos/

Ορισμοί

  1. η τελετή κατά την οποία αγιάζεται το νερό την ημέρα των Θεοφανίων ή κατά την έναρξη μιας περιόδου (σχολική χρονιά, κοινοβουλευτική περίοδος) ή στα εγκαίνια μιας οικοδομής, καταστήματος κλπ
  2. η τελετή αγιασμού, δηλαδή μετατροπής ενός αντικειμένου ή προσώπου σε κάτι το όσιο, η αγιοποίηση, ο καθαγιασμός
  3. το νερό που αγιάστηκε και με το οποίο ραντίζονται πιστοί και αντικείμενα
  4. το ράντισμα με αγίασμα

Παραδείγματα

“※ Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός / η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγιασμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course