Σημασία του αγιασμός | Babel Free
a.ʝaˈzmosΟρισμοί
- η τελετή κατά την οποία αγιάζεται το νερό την ημέρα των Θεοφανίων ή κατά την έναρξη μιας περιόδου (σχολική χρονιά, κοινοβουλευτική περίοδος) ή στα εγκαίνια μιας οικοδομής, καταστήματος κλπ
- η τελετή αγιασμού, δηλαδή μετατροπής ενός αντικειμένου ή προσώπου σε κάτι το όσιο, η αγιοποίηση, ο καθαγιασμός
- το νερό που αγιάστηκε και με το οποίο ραντίζονται πιστοί και αντικείμενα
- το ράντισμα με αγίασμα
Ισοδύναμα
العربية
تطهير
Català
santificació
Español
santificación
Suomi
pyhitys
Galego
santificación
עברית
קידוש
Bahasa Indonesia
penyucian
Italiano
santificazione
日本語
聖化
한국어
성화
Македонски
осветување
Nederlands
wijding
Português
santificação
Svenska
helgelse
Παραδείγματα
“※ Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός / η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free