Meaning of Ἁγιασματάριον | Babel Free
/a.ʝi.a.zmaˈta.ri.on/Ορισμοί
-
λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης εκκλησίας, επιτομή του Μεγάλου Ευχολογίου με ευχές για τον αγιασμό formal
- το αγιασματάριο (σκεύος για το αγίασμα)
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: αγιασματάριο (στην κοινή νεοελληνική)”
“άλλες μορφές: αγιασματάρι”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.