Meaning of αβουλία | Babel Free
/a.vuˈli.a/Ορισμοί
- αδυναμία του χαρακτήρα να επιβάλει στον εαυτό του, τη θέλησή του, έλλειψη ισχυρής βούλησης, αδυναμία να πάρει κανείς αποφάσεις και πρωτοβουλίες.
- η έλλειψη βούλησης, λόγω παθολογικών αιτίων
Ισοδύναμα
English
Abulia
Παραδείγματα
“※ Η τετράμηνη «διαβούλευση» ή καλύτερα «αβουλία» οδήγησε στην ανάγκη τα αναγκαία μέτρα να γίνουν σκληρότερα αλλά και η αντιμετώπιση της κρίσης δυσχερέστερη.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.