Meaning of αβαθής | Babel Free
/a.vaˈθis/Ορισμοί
- γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβαθος
- που δεν έχει βάθος, ρηχός
-
επιφανειακός, επιπόλαιος figuratively
Ισοδύναμα
English
superficial
Παραδείγματα
“ο κόλπος αυτός είναι αβαθής, τα μεγάλα πλοία κινδυνεύουν να εξωκείλουν”
“είναι αβαθής, δεν μπορεί να μπει στην ουσία των πραγμάτων”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.