Meaning of ίλαρχος | Babel Free
/ˈi.laɾ.xos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
-
αξιωματικός του ιππικού dated
- στρατιωτικός βαθμός στο όπλο των τεθωρακισμένων, αντίστοιχος του λοχαγού στο πεζικό· διοικητής ίλης
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.