Σημασία του αυλός | Babel Free
avˈlosΟρισμοί
- πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από καλάμι ή μακρόστενο σωλήνα από άλλο υλικό, μέσα στα οποία φυσάει ο αυλητής, ενώ συγχρόνως πιέζει με τα δάχτυλά του τις τρύπες που έχει ο σωλήνας
- ανδρικό όνομα
-
κάθε είδος φλάουτου general
-
οτιδήποτε μοιάζει με αυλό: εργαλείο, εξάρτημα μηχανής κ.λπ. figuratively
- κοιλότητα ή σωληνοειδής αγωγός σε κάποιον οργανισμό
- το καμινέτο
Ισοδύναμα
Български
плашещ
বাংলা
ভৌতিক
Čeština
nehmotný
Cymraeg
chwibanogl
Deutsch
abstrakt
Aulos
Fife
geisterhaft
gespenstisch
immateriell
körperlos
körperlos
Pfeife
Schwegel
ungreifbar
unklar
vage
Ελληνικά
αδιόρατος
ακαθόριστος
αόριστος
ασαφής
Ασώματος
πίφερο
πνευματικός
πνευματικός
στοιχειωμένος
فارسی
مجرد
Français
Aulos
désincarne
fantomatique
Fife
fifre
flute
flûté
flute
flute
immatériel
incorporel
intangible
Gaeilge
taibhsiúil
Galego
incorpóreo
हिन्दी
भुतहा
Magyar
kísérteties
Հայերեն
թութակ
Bahasa Indonesia
takbenda
Íslenska
draugalegur
Italiano
aulo
aulos
disincarnato
fantasmatico
fantomatica
fiffaro
immateriale
incorporeo
intangibile
piffero
spettrale
spiritico
ქართული
სულიერი
Қазақша
бейматериалдық
한국어
유령의
Română
intangibil
Русский
авлос
бесплотный
бестелесный
дудка
невещественный
неосяза́емый
неуловимый
при́зрачный
сопелка
Shqip
longar
Tagalog
tipano
Παραδείγματα
“«Ο Μαγικός Αυλός»”
The Magic Flute (1791 opera by Mozart)
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free