άσθμα
Ορισμοί
- αναπνευστική διαταραχή - πάθηση που χαρακτηρίζεται από επεισόδια έντονης δύσπνοιας και επίμονου βήχα, που συχνά προκαλείται από αλλεργιογόνα, όπως σκόνη, γύρη, ατμοσφαιρική ρύπανση από διοξείδιο του θείου, όζον κ.λπ. που επιδεινώνουν την κατάσταση.
- δύσπνοια που προκαλεί μια έντονη προσπάθεια ή ένα έντονο αίσθημα
Ισοδύναμα
39 more languages
العربيةربو
Българскизадух
Catalàasma
Češtinaastma
Danskastma
DeutschAsthma
Esperantoastmo
فارسیآسم
Suomiastma
ગુજરાતીદમ
Magyarasztma
Bahasa Indonesiaasma
Italianoasma
日本語喘息
ქართულიასთმა
한국어천식
Latinaasthma
Malagasysefo
Te Reo Māorikume
Nederlandsastma
Portuguêsasma
Românăastmă
Русскийастма
Svenskaastma
ไทยหืด
Tagaloghika
Українськаа́стма
اردودمہ
Παραδείγματα
“※ Το άσθμα είναι η πιο κοινή χρόνια πάθηση στα παιδιά. (Η Καθημερινή, 4 Ιουνίου 2010)”
“※ Ἡ Φραγκογιαννού, μὲ ἐλαφρὸν ἄσθμα, ἔτρεχεν, ἔτρεχε, μαστιζομένη τὸ πρόσωπον ἀπὸ τὸ ἀπόγειον τὸ πρωινόν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ φόνισσα, 1903)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free