Σημασία του άσθμα | Babel Free
ˈasθmaΟρισμοί
- αναπνευστική διαταραχή - πάθηση που χαρακτηρίζεται από επεισόδια έντονης δύσπνοιας και επίμονου βήχα, που συχνά προκαλείται από αλλεργιογόνα, όπως σκόνη, γύρη, ατμοσφαιρική ρύπανση από διοξείδιο του θείου, όζον κ.λπ. που επιδεινώνουν την κατάσταση.
- δύσπνοια που προκαλεί μια έντονη προσπάθεια ή ένα έντονο αίσθημα
Ισοδύναμα
العربية
ربو
Български
задух
Català
asma
Čeština
astma
Dansk
astma
Deutsch
Asthma
English
Asthma
Esperanto
astmo
Español
asma
فارسی
آسم
Suomi
astma
Français
asthme
ગુજરાતી
દમ
Magyar
asztma
Bahasa Indonesia
asma
Italiano
asma
日本語
喘息
ქართული
ასთმა
한국어
천식
Latina
asthma
Malagasy
sefo
Te Reo Māori
kume
Nederlands
astma
Português
asma
Română
astmă
Русский
астма
Svenska
astma
ไทย
หืด
Tagalog
hika
Українська
а́стма
اردو
دمہ
Παραδείγματα
“※ Το άσθμα είναι η πιο κοινή χρόνια πάθηση στα παιδιά. (Η Καθημερινή, 4 Ιουνίου 2010)”
“※ Ἡ Φραγκογιαννού, μὲ ἐλαφρὸν ἄσθμα, ἔτρεχεν, ἔτρεχε, μαστιζομένη τὸ πρόσωπον ἀπὸ τὸ ἀπόγειον τὸ πρωινόν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ φόνισσα, 1903)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free