Meaning of Ασία | Babel Free
/aˈsi.a/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η μεγαλύτερη ήπειρος σε έκταση και πληθυσμό στον κόσμο, μέρος της Ευρασίας
Ισοδύναμα
English
Asia
Παραδείγματα
“※ Η οικονομική ανάπτυξη και η πληθυσμιακή έκρηξη είναι παράγοντες που διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην κλιματική αλλαγή και που μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή λειψυδρία στην Ασία μέσα στις επόμενες δεκαετίες, πριν από το 2050.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.