Meaning of άνοιωθος | Babel Free
/ˈa.ɲo.θos/Ορισμοί
- που δεν τον αντιλαμβάνεσαι, που δεν τον νοιώθεις
- που δεν αντιλαμβάνεται, δε νοιώθει
- ακατάληπτος
-
αναίσθητος· που δεν έχει επαφές με τον κοινωνικό περίγυρο, αδιάφορος idiomatic
Παραδείγματα
“※ Περπατώ και βλέπω κάθε γωνιά και σε κάθε γωνιά με το μάτι μου διακρίνω τί άνοιωθος λογισμός μισοτρέμει κι από ταπόκρυφα κάτω πάει νανεβή ίσια με ταπάνω (Γιάννης Ψυχάρης, Τ'όνειρο του Γιαννήρη, 1897, σελ. 351)”
“※ Μπήκανε στ' αμάξι κι οι δυο σαν κουφοί, σαν άνοιωθοι μέσα στην τόση αχοβολή. Δεν ξεστομίσαν μήτε λέξη στο δρόμο. Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλονα πια τώρα. (Αργύρης Εφταλιώτης, O Mανόλης ο Ντελμπεντέρης, εκδ. Πελεκάνος, 2015 @books.google)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.