Meaning of ακατανόητος | Babel Free
/a.ka.taˈno.i.tos/Ορισμοί
- που δεν μπορεί να κατανοηθεί, που δεν το(ν) καταλαβαίνουμε
- που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι που τον προκάλεσαν
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“μιλούσε με λόγια ακατανόητα”
“αυτή η ενέργεια είναι για μένα ακατανόητη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.