HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άμαξας | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/a.maˈksas/

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του άμαξα
    genitive, singular
  2. ο οδηγός μιας άμαξας με άλογα
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αμαξά)
  4. αμαξοδηγός

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ο αμαξάς τράβηξε το άλογο στην άκρη και σταμάτησε. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άμαξας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course