Meaning of άμαξας | Babel Free
/a.maˈksas/Ορισμοί
-
γενική ενικού του άμαξα genitive, singular
- ο οδηγός μιας άμαξας με άλογα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αμαξά)
- αμαξοδηγός
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ο αμαξάς τράβηξε το άλογο στην άκρη και σταμάτησε. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.