HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του Άγαρ | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
aˈɣaɾ

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. άλλη μορφή του αγάρ
  3. γυναικείο όνομα
  4. σύνθετος πολυσακχαρίτης που παράγεται από θαλάσσια φύκη (ροδοφύκη) και ο οποίος χρησιμοποιείται σε μορφή ζελέ σαν στερεοποιητικός / πηκτικός παράγοντας (στην οδοντοτεχνία, στην ηλεκτροχημεία, στην εντομολογία κ.α.) και ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά τον 17^ο αιώνα προερχόμενος από Κίνα και Ιαπωνία

Ισοδύναμα

العربية هاجر
Bosanski karaš
Català Agar
Čeština agar
Deutsch Agar
Ελληνικά τρυβλίο
English Agar Hagar
Español agar agaragar
Eesti agar
Français agar
עברית הגר
हिन्दी हाजिरा
Hrvatski karaš
Bahasa Indonesia agar-agar karas
Italiano Agar
日本語 天草 寒天
한국어 아가 우무 하갈
Latina agar
Bahasa Melayu agar-agar
Nederlands agaragar Hagar
Polski agar agar-agar agarowy Hagar
Português Agar ágar-ágar Hagar
Српски karaš
Türkçe agaragar Hacer
中文 洋菜
ZH-TW 洋菜

Παραδείγματα

“θρεπτικό αγάρ στη μικροβιολογία, για την ανάπτυξη βακτηρίων, ώστε να ανιχνευθεί η τυχόν ύπαρξη μικροβίων σε ένα δείγμα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Άγαρ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free