Σημασία του Άγαρ | Babel Free
aˈɣaɾΟρισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- άλλη μορφή του αγάρ
- γυναικείο όνομα
- σύνθετος πολυσακχαρίτης που παράγεται από θαλάσσια φύκη (ροδοφύκη) και ο οποίος χρησιμοποιείται σε μορφή ζελέ σαν στερεοποιητικός / πηκτικός παράγοντας (στην οδοντοτεχνία, στην ηλεκτροχημεία, στην εντομολογία κ.α.) και ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά τον 17^ο αιώνα προερχόμενος από Κίνα και Ιαπωνία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“θρεπτικό αγάρ στη μικροβιολογία, για την ανάπτυξη βακτηρίων, ώστε να ανιχνευθεί η τυχόν ύπαρξη μικροβίων σε ένα δείγμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free