HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Άγαρ | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/aˈɣaɾ/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. άλλη μορφή του αγάρ
  3. γυναικείο όνομα
  4. σύνθετος πολυσακχαρίτης που παράγεται από θαλάσσια φύκη (ροδοφύκη) και ο οποίος χρησιμοποιείται σε μορφή ζελέ σαν στερεοποιητικός / πηκτικός παράγοντας (στην οδοντοτεχνία, στην ηλεκτροχημεία, στην εντομολογία κ.α.) και ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά τον 17^ο αιώνα προερχόμενος από Κίνα και Ιαπωνία

Ισοδύναμα

English Hagar

Παραδείγματα

“θρεπτικό αγάρ στη μικροβιολογία, για την ανάπτυξη βακτηρίων, ώστε να ανιχνευθεί η τυχόν ύπαρξη μικροβίων σε ένα δείγμα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Άγαρ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course