HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Άγαρ

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
aˈɣaɾ

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. άλλη μορφή του αγάρ
  3. γυναικείο όνομα
  4. σύνθετος πολυσακχαρίτης που παράγεται από θαλάσσια φύκη (ροδοφύκη) και ο οποίος χρησιμοποιείται σε μορφή ζελέ σαν στερεοποιητικός / πηκτικός παράγοντας (στην οδοντοτεχνία, στην ηλεκτροχημεία, στην εντομολογία κ.α.) και ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά τον 17^ο αιώνα προερχόμενος από Κίνα και Ιαπωνία

Ισοδύναμα

EnglishAgarHagar
Españolagaragaragar
Françaisagar
28 more languages
العربيةهاجر
Bosanskikaraš
CatalàAgar
Češtinaagar
DeutschAgar
Ελληνικάτρυβλίο
Eestiagar
עבריתהגר
हिन्दीहाजिरा
Hrvatskikaraš
Bahasa Indonesiaagar-agarkaras
ItalianoAgar
日本語天草寒天
ភាសាខ្មែរចាហួយអាហ្កា
Latinaagar
Bahasa Melayuagar-agar
NederlandsagaragarHagar
Српскиkaraš
中文洋菜
繁體中文洋菜

Παραδείγματα

“θρεπτικό αγάρ στη μικροβιολογία, για την ανάπτυξη βακτηρίων, ώστε να ανιχνευθεί η τυχόν ύπαρξη μικροβίων σε ένα δείγμα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Άγαρ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free