Meaning of τρυβλίο | Babel Free
/tɾiˈvli.o/Ορισμοί
-
πιατάκι· πορσελάνινο, γυάλινο ή πλαστικό δοχείο του χημικού εργαστηρίου για την κατεργασία ουσιών, όπως για φάρμακα formal
-
άλλη μορφή του τρύβλιο formal
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: τρυβλίο < ελληνιστική κοινή τρυβλίον”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.