Σημασία του -σκόπηση | Babel Free
ˈsko.pi.siΟρισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- μέτρηση ή έρευνα
- εξέταση μέρους του σώματος με κάποιο όργανο
- εγγραφή ή καταγραφή ήχου ή εικόνας με κάποιο μέσο
Παραδείγματα
“δημοσκόπηση”
“αγγειοσκόπηση, γαστροσκόπηση, οφθαλμοσκόπηση”
“βιντεοσκόπηση, μαγνητοσκόπηση”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free