Meaning of -σκοπώ | Babel Free
/skoˈpo/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό ρημάτων που δηλώνει ότι το υποκείμενο του ρήματος
- εξετάζει, επεξεργάζεται ή παρατηρεί αυτό που ορίζεται ή με τον τρόπο που ορίζεται στο πρώτο συνθετικό
- επιδιώκει αυτό που ορίζεται στο δεύτερο συνθετικό
Παραδείγματα
“ακτινοσκοπώ”
“μαγνητοσκοπώ”
“κερδοσκοπώ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.