Meaning of -σκοπία | Babel Free
/skoˈpi.a/Ορισμοί
- β’ συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν:
- εξέταση ή έρευνα αυτού που δηλώνει το α’ συνθετικό
- σχετική ιατρική εξέταση
- επιδίωξη αυτού που δηλώνει το α’ συνθετικό
Ισοδύναμα
English
-scopy
Παραδείγματα
“ηλιοσκοπία, ζεσεοσκοπία, οιωνοσκοπία”
“οφθαλμοσκοπία, ουρηθροσκοπία”
“άλλες μορφές: -σκόπηση”
“κερδοσκοπία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.