Meaning of -σκόπιο | Babel Free
/ˈsko.pi.o/Ορισμοί
β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε εργαλείο ή συσκευή εξέτασης ή παρατήρησης
Ισοδύναμα
English
-scope
Παραδείγματα
“αρθροσκόπιο, στηθοσκόπιο, τηλεσκόπιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.