HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -σκόπος | Babel Free

Phrase masculine CEFR B1
/ˈsko.pos/

Ορισμοί

  1. β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε πρόσωπο το οποίο
    formal
  2. εξετάζει αυτό που αναφέρεται στο α′ συνθετικό
    formal
  3. εξετάζει με το αναφερόμενο όργανο
    formal
  4. επιδιώκει το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό
    formal

Παραδείγματα

“οιωνοσκόπος, ομφαλοσκόπος”
“ραβδοσκόπος”
“καιροσκόπος, κερδοσκόπος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -σκόπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course