Meaning of -ούπολη | Babel Free
/ˈu.po.li/Ορισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- πόλη που χαρακτηρίζεται από τους κατοίκους της ή έχει έντονη παρουσία του α′ συνθετικού
- χώρο όπου βρίσκονται κτιριακές εγκαταστάσεις που δηλώνονται στο α′ συνθετικό
- προσδιοριστικά σύνθετα
Παραδείγματα
“αγροτούπολη, εργατούπολη, κηπούπολη, παραγκούπολη”
“παιχνιδούπολη, πανεπιστημιούπολη”
“μεγαλούπολη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.