HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -ούπολη | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈu.po.li/

Ορισμοί

  1. β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
  2. πόλη που χαρακτηρίζεται από τους κατοίκους της ή έχει έντονη παρουσία του α′ συνθετικού
  3. χώρο όπου βρίσκονται κτιριακές εγκαταστάσεις που δηλώνονται στο α′ συνθετικό
  4. προσδιοριστικά σύνθετα

Παραδείγματα

“αγροτούπολη, εργατούπολη, κηπούπολη, παραγκούπολη”
“παιχνιδούπολη, πανεπιστημιούπολη”
“μεγαλούπολη”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -ούπολη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course