HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

-ικός

Φράση CEFR B1
iˈkos

Ορισμοί

  1. ...που παράγονται από εθνικά ουσιαστικά. Δηλώνουν ότι το επίθετο προέρχεται από τη χώρα, την πόλη, την περιοχή ή γενικά από ένα σύνολο ανθρώπων.
  2. επίθημα για το σχηματισμό κυρίων ονόματων (χαϊδευτικών)
  3. παραγωγική κατάληξη / επίθημα επιθέτων
  4. για το μεταπλασμό σε λαϊκότερη γλώσσα
  5. λόγιων επιθέτων
  6. ...που παράγονται από προσηγορικά ουσιαστικά. Δηλώνουν κάτι που αναφέρεται ή ανήκει ή χαρακτηρίζει ή προέρχεται από το ομόρριζο ουσιαστικό
  7. επίθημα, συχνά με τη μορφή -τζίκος
    diminutive
  8. πατριδωνυμικών σε -ικός, σε λαϊκότροπο ύφος -ικος
  9. ...που παράγονται από ρήματα. Δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει την ιδιότητα ή την ικανότητα να κάνει αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ή είναι κατάλληλο γι' αυτό
  10. ...που σχηματίζουν αφηρημένα θηλυκά ουσιαστικά που δηλώνουν τέχνη, επιστήμη, μάθηση... (με ουσιαστικοποίηση του θηλυκού του επιθέτου στον ενικό αριθμό)
  11. ...που δηλώνουν τέχνη, επιστήμη ή μάθηση... (με ουσιαστικοποίηση του ουδετέρου του επιθέτου στον πληθυντικό αριθμό)
  12. ...απ' τα οποία προκύπτουν περιληπτικά ουσιαστικά (με ουσιαστικοποίηση του ουδετέρου του επιθέτου στον πληθυντικό αριθμό)
  13. ...που δηλώνουν τη συνομοταξία ή γενικά μεγάλη κατηγορία ζώων ή φυτών με κοινά χαρακτηριστικά (με ουσιαστικοποίηση του ουδετέρου του επιθέτου στον πληθυντικό αριθμό)
  14. ...που δίνουν τη γενική ονομασία παρεμφερών ασθενειών που αφορούν το μέρος του σώματος που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη (με ουσιαστικοποίηση του ουδετέρου του επιθέτου στον πληθυντικό αριθμό)

Ισοδύναμα

Español-ico
Français-ique
30 more languages
Afrikaans-ies
العربيةـِي
Bosanski-a-ič-ik-iš-ски
Català-esc-ic
Čeština-cký-ský
Cymraeg-ig
Deutsch-iker-isch
Esperanto-a
Suomi-inen
Galego-ico
हिन्दीइक
Hrvatski-a-ič-ik-iš-ски
Magyar-ikus-s
Bahasa Indonesia-ik-is
Italiano-ico
日本語的
ქართული-ული-ური
한국어적
Latina-icus
Македонски-ски
Bahasa Melayu-ik
Nederlands-isch
Polski-ik
Português-ico
Русский-ическ-ский
Slovenčina-ový
Српски-a-ič-ik-iš-ски
Svenska-isk
Türkçe-ik

Παραδείγματα

“Γαλλία (Gallía, “France”) + -ικός (-ikós) → γαλλικός (gallikós, “French”) (adjective)”
“Κούρδος (Koúrdos, “Kurd”) + -ικός (-ikós) → κουρδικός (kourdikós, “Kurdish”) (adjective)”
“λαός (laós, “people, polulace”) + -ικός (-ikós) → λαϊκός (laïkós, “popular, folk”) (adjective)”
“δημοκρατία (dimokratía, “democracy”) + -ικός (-ikós) → δημοκρατικός (dimokratikós, “democratic”) (adjective)”
“δημιουργώ (dimiourgó, “create”) + -ικός (-ikós) → δημιουργικός (dimiourgikós, “creative”) (adjective)”
“γλύπτης (glýptis, “sculptor”) + -ικός (-ikós) → γλυπτική (glyptikí, “sculpture (art)”) (noun)”
“οδοντίατρος (odontíatros, “dentist”) + -ικός (-ikós) → οδοντιατρική (odontiatrikí, “dentistry (science)”) (noun)”
“Γαλλία (Gallía, “France”) + -ικός (-ikós) → γαλλικά (galliká, “French language”) (noun)”
“γυαλί (gyalí, “glass”) + -ικός (-ikós) → γυαλικά (gyaliká, “glassware”) (noun)”
“λάχανο (láchano, “cabbage”) + -ικός (-ikós) → λαχανικά (lachaniká, “vegetables (collective)”) (noun)”
“έντερο (éntero, “intestine”) + -ικός (-ikós) → εντερικά (enteriká, “ailments of the intestine”) (noun)”
“Άγγλος > αγγλικός, Γάλλος > γαλλικός, Ρουμανία > ρουμανικός”
“δημοκρατία > δημοκρατικός, μέτωπο > μετωπικός, λαός > λαϊκός”
“δημιουργώ > δημιουργικός, πειθαρχώ > πειθαρχικός”
“ασημικά, γυαλικά, λαχανικά”
“μηρυκαστικά, τρωκτικά”
“εντερικά, μητρικά”
“αυθάδης > αυθάδικος, θηριώδης > θηριώδικος”
“αμερικανικός > αμερικάνικος”
“Αντρέας > Αντρίκος”
“φουκαράς < φουκαρατζής > φουκαρατζίκος”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη -ικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free