Meaning of -ινα | Babel Free
/ˈi.na/Ορισμοί
- χρησιμοποιείται στο σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που σημαίνουν
- το θηλυκό ενός ζώου
- γυναίκα που κατέχει ένα αξίωμα, επάγγελμα ή ιδιότητα
- κατάληξη ονοματος
-
ελληνική απόδοση για χημικές ενώσεις σε -ίνη familiar
Παραδείγματα
“γεράκι > γερακίνα”
“βουλευτής > βουλευτίνα”
“λήσταρχος > λησταρχίνα”
“Κατερίνα”
“βιταμίνη > βιταμίνα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.