HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -α | Babel Free

Phrase CEFR A2

Ορισμοί

  1. κατάληξη για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών παραγώγων
  2. από ρήματα: γεννώ → γέννα, νυστάζω → νύστα
  3. από επίθετα: πικρός → πίκρα
  4. κατάληξη ουδέτερων πληθυντικού αριθμού για ουσιαστικά που είναι παρατακτικά σύνθετα
  5. επίθημα θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ουδέτερα ουσιαστικά σε -ι
  6. με ή χωρίς μεγεθυντική σημασία
  7. μεγεθυντικό και μειωτικό
  8. κατάληξη ανισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών
  9. για τον σχηματισμό επιρρημάτων
  10. από επίθετα σε -ός δεξιός → δεξιά
  11. από επίθετα σε -ύς βαθύς → βαθιά
  12. από τα επιρρήματα -ως (συχνά με παράλληλους τύπους: καλά-καλώς, ευχάριστα-ευχαρίστως με την ίδια ή διαφορετική σημασία)
  13. για το σχηματισμό του θηλυκού γένους ουσιαστικών
  14. από αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν ιδιότητα, επάγγελμα ή εθνικότητα
  15. από ονόματα ζώων, για να δηλωθεί η μητέρα του ζώου (δείτε και το -α με μεγεθυντική σημασία)
  16. για επίθετα σε -ος, -α, -ο (ωραίος → ωραία)
  17. για επίθετα σε -ης, -α, -ικο (τεμπέλης → τεμπέλα)
  18. ως προσαρμογή στη δημοτική του θηλυκού λόγιων αρχαίων δικατάληκτων επιθέτων σε -ος, -ος, -ον (η ζημιογόνος → η ζημιογόνα)
  19. κατάληξη ισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών όπως
  20. κατάληξη ουδέτερων πληθυντικού αριθμού
  21. για ουσιαστικά περιληπτικά (όσπρια, πιατικά)
  22. για ουσιαστικά περιληπτικά που είναι ταξινομικοί όροι (Πρωτόζωα, Φυτά)
  23. για επίθετα ουδέτερα ουσιαστικοποιημένα (ελληνικά, κινέζικα)

Ισοδύναμα

English -ly

Παραδείγματα

“μπουκάλι (boukáli, “bottle”) + -α (-a) → μπουκάλα (boukála, “large bottle”)”
“γρήγορος (grígoros, “quick”) + -α (-a) → γρήγορα (grígora, “quickly”)”
“δούλος (doúlos, “male slave”) + -α (-a) → δούλα (doúla, “female slave”)”
“καρότο (karóto, “carrot”) + -α (-a) → καρότα (karóta, “carrots”, plural case forms)”
“φύλακας (fýlakas, “guard”) + -α (-a) → φύλακα (fýlaka, single case forms)”
“< (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (βρομῶ - βρόμα) < αρχαία ελληνική (πεινῶ - πεῖνα)”
“< (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (ἁλμυρός - ἁλμύρα) < αρχαία ελληνική: επίθετα σε -ρός (ἐχθρός - ἔχθρα)”
“μαχαιροπίρουνα”
“< πληθυντικός ουδετέρων -ο”
“κεφάλι → κεφάλα, γυαλί → γυάλα”
“γαϊδούρι → γαϊδούρα”
“μαμά, γιαγιά”
“< αναλογικά προς τα αρσενικά σε -άς”
“θεός → θεά, κουμπάρος → κουμπάρα, δάσκαλος → δασκάλα, Κινέζος → Κινέζα”
“νοικοκύρης → νοικοκυρά”
“κουνέλι → κουνέλα”
“και σε ουσιαστικά που δηλώνουν επαγγέλματα (ο ξενοδόχος - η ξενοδόχος → και προφορικό η ξενοδόχα)”
“χαρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ά (χαρά)”
“θάλασσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -α (θάλασσα)”
“μητέρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (μητέρα) < αρχαία αιτιατική τριτόκλιτων (μήτηρ)”
“χελώνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (χελώνα) < αρχαία θηλυκά -η (χελώνη)”
“λίμα < άμεσο δάνειο από την ιταλική -a (lima < limare) και δάνεια από άλλες γλώσσες”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course