Meaning of -α | Babel Free
Ορισμοί
- κατάληξη για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών παραγώγων
- από ρήματα: γεννώ → γέννα, νυστάζω → νύστα
- από επίθετα: πικρός → πίκρα
- κατάληξη ουδέτερων πληθυντικού αριθμού για ουσιαστικά που είναι παρατακτικά σύνθετα
- επίθημα θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ουδέτερα ουσιαστικά σε -ι
- με ή χωρίς μεγεθυντική σημασία
- μεγεθυντικό και μειωτικό
- κατάληξη ανισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών
- για τον σχηματισμό επιρρημάτων
- από επίθετα σε -ός δεξιός → δεξιά
- από επίθετα σε -ύς βαθύς → βαθιά
- από τα επιρρήματα -ως (συχνά με παράλληλους τύπους: καλά-καλώς, ευχάριστα-ευχαρίστως με την ίδια ή διαφορετική σημασία)
- για το σχηματισμό του θηλυκού γένους ουσιαστικών
- από αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν ιδιότητα, επάγγελμα ή εθνικότητα
- από ονόματα ζώων, για να δηλωθεί η μητέρα του ζώου (δείτε και το -α με μεγεθυντική σημασία)
- για επίθετα σε -ος, -α, -ο (ωραίος → ωραία)
- για επίθετα σε -ης, -α, -ικο (τεμπέλης → τεμπέλα)
- ως προσαρμογή στη δημοτική του θηλυκού λόγιων αρχαίων δικατάληκτων επιθέτων σε -ος, -ος, -ον (η ζημιογόνος → η ζημιογόνα)
- κατάληξη ισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών όπως
- κατάληξη ουδέτερων πληθυντικού αριθμού
- για ουσιαστικά περιληπτικά (όσπρια, πιατικά)
- για ουσιαστικά περιληπτικά που είναι ταξινομικοί όροι (Πρωτόζωα, Φυτά)
- για επίθετα ουδέτερα ουσιαστικοποιημένα (ελληνικά, κινέζικα)
Ισοδύναμα
English
-ly
Παραδείγματα
“μπουκάλι (boukáli, “bottle”) + -α (-a) → μπουκάλα (boukála, “large bottle”)”
“γρήγορος (grígoros, “quick”) + -α (-a) → γρήγορα (grígora, “quickly”)”
“δούλος (doúlos, “male slave”) + -α (-a) → δούλα (doúla, “female slave”)”
“καρότο (karóto, “carrot”) + -α (-a) → καρότα (karóta, “carrots”, plural case forms)”
“φύλακας (fýlakas, “guard”) + -α (-a) → φύλακα (fýlaka, single case forms)”
“< (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (βρομῶ - βρόμα) < αρχαία ελληνική (πεινῶ - πεῖνα)”
“< (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (ἁλμυρός - ἁλμύρα) < αρχαία ελληνική: επίθετα σε -ρός (ἐχθρός - ἔχθρα)”
“μαχαιροπίρουνα”
“< πληθυντικός ουδετέρων -ο”
“κεφάλι → κεφάλα, γυαλί → γυάλα”
“γαϊδούρι → γαϊδούρα”
“μαμά, γιαγιά”
“< αναλογικά προς τα αρσενικά σε -άς”
“θεός → θεά, κουμπάρος → κουμπάρα, δάσκαλος → δασκάλα, Κινέζος → Κινέζα”
“νοικοκύρης → νοικοκυρά”
“κουνέλι → κουνέλα”
“και σε ουσιαστικά που δηλώνουν επαγγέλματα (ο ξενοδόχος - η ξενοδόχος → και προφορικό η ξενοδόχα)”
“χαρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ά (χαρά)”
“θάλασσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -α (θάλασσα)”
“μητέρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (μητέρα) < αρχαία αιτιατική τριτόκλιτων (μήτηρ)”
“χελώνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -α (χελώνα) < αρχαία θηλυκά -η (χελώνη)”
“λίμα < άμεσο δάνειο από την ιταλική -a (lima < limare) και δάνεια από άλλες γλώσσες”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.