Meaning of -αγωγός | Babel Free
/a.ɣoˈɣos/Ορισμοί
- β′ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν αγωγό ο οποίος μεταφέρει συνήθως υγρό ή αέριο
- β′ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν άτομο που καθοδηγεί
Παραδείγματα
“υδραγωγός, πετρελαιαγωγός”
“παιδαγωγός, νηπιαγωγός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.