Σημασία του -άδι | Babel Free
ˈa.ðiΟρισμοί
- επίθημα μετεπιθετικών ουδέτερων ουσιαστικών στα οποία περιέχεται αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
- επίθημα μετουσιαστικών ουδέτερων ουσιαστικών που δημιουργούν άλλο τύπο της λέξης, συνήθως πιο εξειδικευμένο
-
επίθημα που δημιουργεί ουδέτερα ουσιαστικά από ρήματα, δηλώνοντας είτε αυτό που απομένει μετά από την ενέργεια του ρήματος vulgar
Παραδείγματα
“κίτρινος -> κιτρινάδι”
“χοντρός -> χοντράδι”
“πέτρα -> πετράδι”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free