Meaning of -άδικο | Babel Free
/ˈa.ði.ko/Ορισμοί
- παραγωγική κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν
- κατάστημα που πουλάει ό,τι σημαίνει η πρωτότυπη λέξη
- ή γενικότερα χώρο που σχετίζεται με την πρωτότυπη λέξη
- ή το σπίτι οικογένειας
Παραδείγματα
“γαλατάς (galatás, “milkman”) + -άδικο (-ádiko) → γαλατάδικο (galatádiko, “dairy”)”
“φαστ φουντ (fast fount, “fast food”) + -άδικο (-ádiko) → φαστφουντάδικο (fastfountádiko, “fast food outlet”)”
“τυροπιτάδικο, βενζινάδικο”
“ξενυχτάδικο, τρελάδικο”
“Νοταράς > Νοταράδικο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.